Με το όνομα Λαυρεωτική φέρεται από την αρχαιότητα η νοτιοανατολική άκρα της Αττικής χερσονήσου. Στα νεότερα χρόνια ο όρος αναφέρεται στην ίδια περιοχή που καταλάμβανε ο Δήμος Λαυρίου (1835-1890) στον χώρο του οποίου υπάρχουν σήμερα οι δήμοι Λαυρεωτικής και Σαρωνικού.
Γεωγραφία
Η συνολική της έκταση είναι περί τα 120 τ.χλμ., όπου επί το πλείστον χαρακτηρίζεται ως άνυδρη, λοφώδης και σχεδόν άγονη. Η περιοχή οριοθετείται από τον Υμηττό στα βορειοδυτικά και τη Μερέντα στα βόρεια, ενώ βρέχεται από το Σαρωνικό κόλπο στα δυτικά και νοτιοδυτικά και το Αιγαίο πέλαγος στα νότια και ανατολικά. Περιλαμβάνει τους βραχώδεις όγκους του Ολύμπου και του Λαυρίου, καθώς και το ακρωτήρι του Σουνίου, με τον αμφιβόητο Ναό του Ποσειδώνος.
Η Λαυρεωτική ήταν πολύ γνωστή από την αρχαιότητα ιδιαίτερα για τα πολύτιμα ορυκτά της επί των οποίων στηρίχθηκε και αναπτύχθηκε οικονομικά η αρχαία Αθήνα δημιουργώντας τον εθνικό της στόλο με τον οποίο και κυριάρχησε στη συνέχεια στο Αιγαίο. Το υπέδαφος της Λαυρεωτικής είναι πλούσιο σε μεταλλεύματα αργύρου, μολύβδου, σιδήρου, χαλκού κ.ά. που έγιναν αντικείμενα εκμετάλλευσης τόσο κατά τους αρχαίους χρόνους όσο και στους νεότερους με τη δημιουργία της νέας σχετικά πόλεως του Λαυρίου.
Σημειώνεται από πολλούς συγγραφείς και ιστορικούς ότι στην αρχαιότητα δεν υπήρχε πόλη με το όνομα Λαύριο ή Λαύρειο αντ΄ αυτής υπήρχε ο Θορικός, αν και υποστηρίζονται και αντίθετες απόψεις. Με την ονομασία Λαύριο ή Λαύρειο προσδιορίζονταν ομοίως η Λαυρεωτική, τις οποίες όμως ονομασίες χρησιμοποίησαν και οι νεότεροι επιχειρηματίες – μεταλλευτές και οικιστές του νέου Λαυρίου.
Διοικητικά
Η Λαυρεωτική είναι συγκρότημα δήμων και κοινοτήτων της Νοτιοανατολικής Αττικής. Με τη νέα διοικητική διάρθρωση της χώρας από 1/1/2011 (Πρόγραμμα Καλλικράτης), η γεωγραφική Λαυρεωτική απαρτίζεται από 2 δήμους: της Λαυρεωτικής (τέως δήμοι Λαυρεωτικής και Κερατέας και τέως Κοινότητα Αγ.Κωνσταντίνου) και Σαρωνικού (τέως Δήμοι Καλυβίων και Αναβύσσου και τέως Κοινότητες Παλαιάς Φωκαίας, Σαρωνίδας και Κουβαρά). Έδρα του τέως αλλά και του νέου Δήμου Λαυρεωτικής είναι η ιστορική πόλη του Λαυρίου. Πρόκειται κυρίως για αγροτικό και παραθεριστικό συγκρότημα, ενώ η βιομηχανική πόλη του Λαυρίου μετεξελίσσεται σε κέντρο ευρείας ακτινοβολίας και πόλο ανάπτυξης χάρις στον εθνικό λιμένα της και στην παροχή υπηρεσιών, παιδείας και πολιτισμού (σύμφωνα με το Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας/Αττικής 2021). Διοικητικά υπάγεται στην Περιφέρεια Αττικής.
Στην περιοχή ιδρύεται το 1835 ο Δήμος Λαυρίου με έδρα την Κερατέα, ενώ το 1890 διασπάται σε Δήμο Θορικίων (έδρα Κερατέα) και Δήμο Σουνιέων που το επόμενο έτος 1891 μετονομάζεται σε Δήμο Λαυρεωτικής (έδρα Λαύριο), ονομασία που διατηρείται έως σήμερα. Στο ενδιάμεσο διάστημα στον λιμένα των Εργαστηρίων είχε ήδη κτιστεί από τη δεκαετία του 1860 η πόλη του Λαυρίου. Επίσης, στο παρελθόν έγιναν αποσχίσεις διαφόρων οικισμών που αναγνωρίσθηκαν μετέπειτα ως κοινότητες και δήμοι.
Το έμβλημα του Δήμου Λαυρεωτικής είναι "μεταλλευτική κάμινος εκπέμπουσα καπνόν" σύμφωνα με το Β.Δ. της 22 Νοεμβρίου 1891 (ΦΕΚ 333) "Περί μετονομασίας του Δήμου Σουνιέων εις Δήμον Λαυρεωτικής και καθορισμού του εμβλήματος της σφραγίδος αυτού".
Το Λαύριο (γνωστό κατά τον 19ο αιώνα και ως Εργαστήρια Λαυρίου) είναι μια μικρή πόλη στο νοτιοανατολικό μέρος της Αττικής και έδρα του Δήμου Λαυρεωτικής. Είναι γνωστό από την κλασσική αρχαιότητα για την εξόρυξη ασημιού, που ήταν μια από τις κύριες πηγές εισοδήματος της πόλης-κράτους της Αθήνας, για την παραγωγή νομισμάτων και την χρηματοδότηση του Αθηναϊκού στόλου.
Τμήμα της πόλης έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακός οικισμός. Το Λαύριο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως τόπος με μεγάλη ιστορική και μνημειακή πυκνότητα. Το Λαύριο διαθέτει λιμάνι. Τα τελευταία χρόνια διατέθηκαν σημαντικοί πόροι για την ανάπλαση και επέκταση του λιμανιού. Σε αυτό το πλαίσιο εκσυγχρονίστηκε επίσης ο δρόμος που το συνδέει με το αεροδρόμιο και συνεπώς με την πρωτεύουσα.
Το Λαύριο υπήρξε άλλοτε μια ανθηρή βιομηχανική πόλη με πλήθος βιομηχανιών, όμως μετά το οριστικό κλείσιμο των μεταλλείων (περίπου 1980) και των περισσοτέρων βιομηχανιών σαν συνέπεια της γενικότερης αποβιομηχάνισης της χώρας, πέρασε μια περίοδο οικονομικής κρίσης και αυξημένης ανεργίας. Η κύρια απασχόληση των κατοίκων του είναι η εργασία σε μικρές βιομηχανίες και βιοτεχνίες. Λόγω της σχετικά μικρής απόστασής του από την περιοχή του Κορωπίου (περίπου 30 χλμ.), το οποίο είναι ένα βιομηχανικό κέντρο, σημαντικός αριθμός κατοίκων εργάζεται εκεί. Το Λαύριο βρίσκεται 40 χιλιόμετρα ΝΑ της Αθήνας (60 χλμ. οδικώς) και 7 χιλιόμετρα βόρεια του ακρωτηρίου Σούνιο.
Η σύγχρονη πόλη έχει χτιστεί γύρω από το λιμάνι και κοιτάει ανατολικά προς την νήσο Μακρόνησο (παλαιότερα νήσος Ελένη). Η μεταλλουργική δραστηριότητα επανεκίνησε στην περιοχή της Λαυρεωτικής το 1864 όταν η εταιρεία Γαλλο-Ιταλικών συμφερόντων Roux-Serpieri-Fressynet & C.E που ίδρυσε ο Ιταλός Τζιανμπατίστα Σερπιέρι, εξασφάλισε από την ελληνική πολιτεία το δικαίωμα της εκμετάλευσης των εκβολάδων και της ανακαμίνευσης των αρχαίων σκοριών που βρισκόντουσαν διάσπαρτες στην περιοχή. Η εταιρεία εξαγοράστηκε από την «Εταιρεία των Μεταλλουργείων Λαυρίου» (Ελληνική εταιρεία) που ίδρυσε ο Ανδρέας Συγγρός το 1873, μετά από συνεννόηση με την ελληνική κυβέρνηση, ώστε να λυθεί η διαμάχη του ελληνικού κράτους με την γαλλοϊταλική εταιρεία, ένα ζήτημα που έμεινε γνωστό ως Λαυρεωτικά ή Λαυρεωτικό Ζήτημα.
Τα επόμενα χρόνια δραστηριοποιήθηκαν στην περιοχή κυρίως η Ελληνική Εταιρεία και η Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου (Compagnie Française des Mines du Laurium) με σκοπό την εξόρυξη μολύβδου, μαγνησίου ,καδμίου, Ψευδαργύρου και Άργυρου. Η Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου που αποτελεί και την μακροβιότερη μεταλλευτική-μεταλλουργική βιομηχανία της Ελλάδα, λειτούργησε μέχρι το 1992. Το εργοστάσιο της εταιρείας στον Κυπριανό του Λαυρίου, μετά τη διακοπή λειτουργίας του αγοράστηκε από το Ελληνικό δημόσιο και παραχωρήθηκε στο τότε Υπουργείο Πολιτισμού που το κήρυξε στο σύνολο του διατηρητέο μνημείο.
Στη συνέχεια παραχωρήθηκε στο ΕΜΠ το οποίο ίδρυσε το Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου. Η ανάπτυξη της περιοχής μετά το 1864 ήταν ραγδαία και άρχισε σταδιακά να οικίζεται η νέα πόλη του Λαυρίου. Μεγάλος αριθμός ελλήνων εργατών προσελκύστηκε στην περιοχή όχι μόνο από τα Μεσόγεια, αλλά και από τις Κυκλάδες (Μήλος, Σαντορίνη), την Κρήτη, την Λακωνία, την Εύβοια, την Βοιωτία, την Φωκίδα και πολλών ξένων εργατών απο την Καρθαγένη της Ισπανίας, την Μάλτα. Ο πληθυσμός της πόλης του Λαυρίου ξεπέρασε τους 10.000 κατοίκους στις αρχές του 20ου αιώνα. Σύμφωνα με την απογραφή του 1907 η πόλη είχε 10.007 κατοίκους. Αρχικά το Λαύριο ονομαζόταν Εργαστήρια (η ονομασία αυτή συναντάται ήδη από την αρχαιότητα) και ανήκε διοικητικά στον δήμο Λαυρίου (έτος ίδρυσης 1835), έδρα του οποίου ήταν η Κερατέα. Το 1890 το Λαύριο (αναφερόμενο ακόμα ως Εργαστήρια) ορίστηκε έδρα του νεοσύστατου δήμου Σουνιέων, ο οποίος μετονομάστηκε ένα χρόνο αργότερα σε δήμο Λαυρεωτικής, ο οποίος συνεχίζει τη λειτουργία του μέχρι σήμερα. Με βάση την διοικητική μεταρρύθμιση της χώρας (Πρόγραμμα "Καλλικράτης"), την 1/1/2011 ο δήμος Λαυρεωτικής ενώθηκε με τον δήμο Κερατέας και την Κοινότητα Αγ. Κωνσταντίνου (γνωστή ως Καμάριζα). Η οικονομική ανάπτυξη της περιοχής είχε σημαντικές περιβαλλοντικές συνέπειες για την περιοχή, τον 19ο και 20ο αιώνα.
Λόγω της παντελούς έλλειψης μέτρων για το περιβάλλον, επήλθε μια μαζική περιβαλλοντική καταστροφή, της οποίας τα αποτελέσματα και οι συνέπειες είναι ορατές ακόμα και σήμερα. Στα παράλια της πόλης στοιβάζονται εκατομμύρια τόνοι επεξεργασμένου υλικού και υπάρχει εκτενής συσσώρευση βαρέων στοιχείων (π.χ. αρσενικού) στο έδαφος, τα οποία απαγορεύουν την καλλιέργεια της γης.
ΧΑΡΤΗΣ ΤΖΑΡΔΑΒΙΛΑ ΜΟΚΡΙΖΑΣ
ΧΑΡΤΗΣ ΛΑΥΡΙΟΥ

Το Λαύριο (γνωστό κατά τον 19ο αιώνα και ως Εργαστήρια Λαυρίου) είναι μια μικρή πόλη στο νοτιοανατολικό μέρος της Αττικής και έδρα του Δήμου Λαυρεωτικής. Είναι γνωστό από την κλασσική αρχαιότητα για την εξόρυξη ασημιού, που ήταν μια από τις κύριες πηγές εισοδήματος της πόλης-κράτους της Αθήνας, για την παραγωγή νομισμάτων και την χρηματοδότηση του Αθηναϊκού στόλου. Τμήμα της πόλης έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακός οικισμός. Το Λαύριο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως τόπος με μεγάλη ιστορική και μνημειακή πυκνότητα. Το Λαύριο διαθέτει λιμάνι. Τα τελευταία χρόνια διατέθηκαν σημαντικοί πόροι για την ανάπλαση και επέκταση του λιμανιού. Σε αυτό το πλαίσιο εκσυγχρονίστηκε επίσης ο δρόμος που το συνδέει με το αεροδρόμιο και συνεπώς με την πρωτεύουσα. Το Λαύριο υπήρξε άλλοτε μια ανθηρή βιομηχανική πόλη με πλήθος βιομηχανιών, όμως μετά το οριστικό κλείσιμο των μεταλλείων (περίπου 1980) και των περισσοτέρων βιομηχανιών σαν συνέπεια της γενικότερης αποβιομηχάνισης της χώρας, πέρασε μια περίοδο οικονομικής κρίσης και αυξημένης ανεργίας. Η κύρια απασχόληση των κατοίκων του είναι η εργασία σε μικρές βιομηχανίες και βιοτεχνίες. Λόγω της σχετικά μικρής απόστασής του από την περιοχή του Κορωπίου (περίπου 30 χλμ.), το οποίο είναι ένα βιομηχανικό κέντρο, σημαντικός αριθμός κατοίκων εργάζεται εκεί. Το Λαύριο βρίσκεται 40 χιλιόμετρα ΝΑ της Αθήνας (60 χλμ. οδικώς) και 7 χιλιόμετρα βόρεια του ακρωτηρίου Σούνιο. Η σύγχρονη πόλη έχει χτιστεί γύρω από το λιμάνι και κοιτάει ανατολικά προς την νήσο Μακρόνησο (παλαιότερα νήσος Ελένη). Η μεταλλουργική δραστηριότητα επανεκίνησε στην περιοχή της Λαυρεωτικής το 1864 όταν η εταιρεία Γαλλο-Ιταλικών συμφερόντων Roux-Serpieri-Fressynet & C.E που ίδρυσε ο Ιταλός Τζιανμπατίστα Σερπιέρι, εξασφάλισε από την ελληνική πολιτεία το δικαίωμα της εκμετάλευσης των εκβολάδων και της ανακαμίνευσης των αρχαίων σκοριών που βρισκόντουσαν διάσπαρτες στην περιοχή. Η εταιρεία εξαγοράστηκε από την «Εταιρεία των Μεταλλουργείων Λαυρίου» (Ελληνική εταιρεία) που ίδρυσε ο Ανδρέας Συγγρός το 1873, μετά από συνεννόηση με την ελληνική κυβέρνηση, ώστε να λυθεί η διαμάχη του ελληνικού κράτους με την γαλλοϊταλική εταιρεία, ένα ζήτημα που έμεινε γνωστό ως Λαυρεωτικά ή Λαυρεωτικό Ζήτημα. Τα επόμενα χρόνια δραστηριοποιήθηκαν στην περιοχή κυρίως η Ελληνική Εταιρεία και η Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου (Compagnie Française des Mines du Laurium) με σκοπό την εξόρυξη μολύβδου, μαγνησίου ,καδμίου, Ψευδαργύρου και Άργυρου. Η Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου που αποτελεί και την μακροβιότερη μεταλλευτική-μεταλλουργική βιομηχανία της Ελλάδα, λειτούργησε μέχρι το 1992. Το εργοστάσιο της εταιρείας στον Κυπριανό του Λαυρίου, μετά τη διακοπή λειτουργίας του αγοράστηκε από το Ελληνικό δημόσιο και παραχωρήθηκε στο τότε Υπουργείο Πολιτισμού που το κήρυξε στο σύνολο του διατηρητέο μνημείο. Στη συνέχεια παραχωρήθηκε στο ΕΜΠ το οποίο ίδρυσε το Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου. Η ανάπτυξη της περιοχής μετά το 1864 ήταν ραγδαία και άρχισε σταδιακά να οικίζεται η νέα πόλη του Λαυρίου. Μεγάλος αριθμός ελλήνων εργατών προσελκύστηκε στην περιοχή όχι μόνο από τα Μεσόγεια, αλλά και από τις Κυκλάδες (Μήλος, Σαντορίνη), την Κρήτη, την Λακωνία, την Εύβοια, την Βοιωτία, την Φωκίδα και πολλών ξένων εργατών απο την Καρθαγένη της Ισπανίας, την Μάλτα. Ο πληθυσμός της πόλης του Λαυρίου ξεπέρασε τους 10.000 κατοίκους στις αρχές του 20ου αιώνα. Σύμφωνα με την απογραφή του 1907 η πόλη είχε 10.007 κατοίκους. Αρχικά το Λαύριο ονομαζόταν Εργαστήρια (η ονομασία αυτή συναντάται ήδη από την αρχαιότητα) και ανήκε διοικητικά στον δήμο Λαυρίου (έτος ίδρυσης 1835), έδρα του οποίου ήταν η Κερατέα. Το 1890 το Λαύριο (αναφερόμενο ακόμα ως Εργαστήρια) ορίστηκε έδρα του νεοσύστατου δήμου Σουνιέων, ο οποίος μετονομάστηκε ένα χρόνο αργότερα σε δήμο Λαυρεωτικής, ο οποίος συνεχίζει τη λειτουργία του μέχρι σήμερα. Με βάση την διοικητική μεταρρύθμιση της χώρας (Πρόγραμμα "Καλλικράτης"), την 1/1/2011 ο δήμος Λαυρεωτικής ενώθηκε με τον δήμο Κερατέας και την Κοινότητα Αγ. Κωνσταντίνου (γνωστή ως Καμάριζα). Η οικονομική ανάπτυξη της περιοχής είχε σημαντικές περιβαλλοντικές συνέπειες για την περιοχή, τον 19ο και 20ο αιώνα. Λόγω της παντελούς έλλειψης μέτρων για το περιβάλλον, επήλθε μια μαζική περιβαλλοντική καταστροφή, της οποίας τα αποτελέσματα και οι συνέπειες είναι ορατές ακόμα και σήμερα. Στα παράλια της πόλης στοιβάζονται εκατομμύρια τόνοι επεξεργασμένου υλικού και υπάρχει εκτενής συσσώρευση βαρέων στοιχείων (π.χ. αρσενικού) στο έδαφος, τα οποία απαγορεύουν την καλλιέργεια της γης.